κροσάρω
•
- ναυτικός όροςδιασχίζω θαλάσσια περιοχή Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςδιασταυρώνω την πορεία του σκάφους μου με εκείνη ενός άλλου Βικιλεξικό
- αγγλισμόςδιαχωρίζω ακουστικό σήμα τουλάχιστον σε δύο ομάδες με διαφορετικό εύρος συχνοτήτων (π.χ. υψηλές και χαμηλές), που στέλνονται σε αντίστοιχα, κατάλληλα μεγάφωνα (από το αγγλικό: (audio) crossover) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κροσάρω < (άμεσο δάνειο) αγγλική cross + -άρω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →