Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κροσάρω

ρήμα
•
  1. ναυτικός όροςδιασχίζω θαλάσσια περιοχή Βικιλεξικό
  2. ναυτικός όροςδιασταυρώνω την πορεία του σκάφους μου με εκείνη ενός άλλου Βικιλεξικό
  3. αγγλισμόςδιαχωρίζω ακουστικό σήμα τουλάχιστον σε δύο ομάδες με διαφορετικό εύρος συχνοτήτων (π.χ. υψηλές και χαμηλές), που στέλνονται σε αντίστοιχα, κατάλληλα μεγάφωνα (από το αγγλικό: (audio) crossover) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κροσάρω < (άμεσο δάνειο) αγγλική cross + -άρω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →