κροταλίζω
•
- παράγω ήχο που μοιάζει με ξερό κρότο που διακόπτεται περιοδικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κροταλίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κροταλίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κροταλίζω | κροταλίζεις | κροταλίζει | κροταλίζουμε | κροταλίζετε | κροταλίζουν / κροταλίζουνε |
| Παρατατικός | κροτάλιζα | κροτάλιζες | κροτάλιζε | κροταλίζαμε | κροταλίζατε | κροτάλιζαν / κροταλίζαν / κροταλίζανε |
| Αόριστος | κροτάλισα | κροτάλισες | κροτάλισε | κροταλίσαμε | κροταλίσατε | κροτάλισαν / κροταλίσαν / κροταλίσανε |
| Μέλλοντας | θα κροταλίζω / θα κροταλίσω | θα κροταλίζεις / θα κροταλίσεις | θα κροταλίζει / θα κροταλίσει | θα κροταλίζουμε / θα κροταλίσουμε | θα κροταλίζετε / θα κροταλίσετε | θα κροταλίζουν / θα κροταλίζουνε / θα κροταλίσουν / θα κροταλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κροταλίσει | έχεις κροταλίσει | έχει κροταλίσει | έχουμε κροταλίσει | έχετε κροταλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κροταλίσει | είχες κροταλίσει | είχε κροταλίσει | είχαμε κροταλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κροταλίσει / να κροταλίζω / να κροταλίσω | να έχεις κροταλίσει / να κροταλίζεις / να κροταλίσεις | να έχει κροταλίσει / να κροταλίζει / να κροταλίσει | να έχουμε κροταλίσει / να κροταλίζουμε / να κροταλίσουμε | να έχετε κροταλίσει / να κροταλίζετε / να κροταλίσετε | να κροταλίζουν / να κροταλίζουνε / να κροταλίσουν / να κροταλίσουνε |
| Προστακτική | — | κροτάλιζε / κροτάλισε | — | — | κροταλίζετε / κροταλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →