κρόταλο
•
- μουσικό όργανοκρουστό όργανο, που αποτελείται από μικρούς δίσκους (από ξύλο, μέταλλο, οστό ή άλλο υλικό), τους οποίους χτυπάμε, προκειμένου να παραχθεί έρρυθμος ήχος, συνοδευτικός της μουσικής που παράγουν τα υπόλοιπα όργανα και ο τραγουδιστής Βικιλεξικό
- μεταφορικάφλύαρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρόταλο < αρχαία ελληνική κρόταλον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρόταλο | κρόταλα |
| Γενική | κροτάλου / κρόταλου | κροτάλων |
| Αιτιατική | κρόταλο | κρόταλα |
| Κλητική | κρόταλο | κρόταλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →