κροτικός
•
- που έχει σχέση με το κρότο, αναφέρεται σ’ αυτόν, τον παράγει ή μπορεί να τον παράγει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κροτικός < κρότος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κροτικός | κροτική | κροτικό |
| Γενική | κροτικού | κροτικής | κροτικού |
| Αιτιατική | κροτικό | κροτική | κροτικό |
| Κλητική | κροτικέ | κροτική | κροτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κροτικοί | κροτικές | κροτικά |
| Γενική | κροτικών | κροτικών | κροτικών |
| Αιτιατική | κροτικούς | κροτικές | κροτικά |
| Κλητική | κροτικοί | κροτικές | κροτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →