κρότος
•
- πολύ δυνατός και σύντομος ήχος ή θόρυβος Βικιλεξικό
- Εἰς τὴν θεραπείαν τῶν Μουσῶν, εἰς ἣν ἐξ ἁπαλῆς ἡλικίας ἀκράτητον ᾐσθάνετο κλίσιν, ἀφιερώθη συστηματικώτερον μετὰ τὴν ἀπὸ τοῦ δημοσίου ὑπηρεσίας ἀπομάκρυνσίν του καὶ ὑπὸ τοὺς κρότους τῶν πολεμικῶν παιάνων καὶ τὰς ἐνθουσιώδεις ἐξιστορήσεις τοῦ ἀναγεννωμένου ἔθνους, ἔγραψε τὰς πλείστας αὑτοῦ τραγῳδίας, ὧν ἠ ἀπὸ σκηνῆς διδασκαλία ἐπτέρου τὸ πατριωτικὸν φρόνημα καὶ ἐκράτυνε τὸν πρὸς τὴν πατρίδα ὑπεκκαιόμενον ἔρωτα. (Ανώνυμος, Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1890, Ιωάννης Ζαμπέλιος)
Ετυμολογία
κρότος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κρότος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρότος | κρότοι |
| Γενική | κρότου | κρότων |
| Αιτιατική | κρότο | κρότους |
| Κλητική | κρότε | κρότοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →