κρυσταλλιάζω
•
- οικείοκαλύπτομαι στην επιφάνειά μου από κρύσταλλα (πάγου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρυσταλλιάζω < κρύσταλλο + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κρυσταλλιάζω | κρυσταλλιάζεις | κρυσταλλιάζει | κρυσταλλιάζουμε | κρυσταλλιάζετε | κρυσταλλιάζουν / κρυσταλλιάζουνε |
| Παρατατικός | κρυστάλλιαζα | κρυστάλλιαζες | κρυστάλλιαζε | κρυσταλλιάζαμε | κρυσταλλιάζατε | κρυστάλλιαζαν / κρυσταλλιάζαν / κρυσταλλιάζανε |
| Αόριστος | κρυστάλλιασα | κρυστάλλιασες | κρυστάλλιασε | κρυσταλλιάσαμε | κρυσταλλιάσατε | κρυστάλλιασαν / κρυσταλλιάσαν / κρυσταλλιάσανε |
| Μέλλοντας | θα κρυσταλλιάζω / θα κρυσταλλιάσω | θα κρυσταλλιάζεις / θα κρυσταλλιάσεις | θα κρυσταλλιάζει / θα κρυσταλλιάσει | θα κρυσταλλιάζουμε / θα κρυσταλλιάσουμε | θα κρυσταλλιάζετε / θα κρυσταλλιάσετε | θα κρυσταλλιάζουν / θα κρυσταλλιάζουνε / θα κρυσταλλιάσουν / θα κρυσταλλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κρυσταλλιάσει | έχεις κρυσταλλιάσει | έχει κρυσταλλιάσει | έχουμε κρυσταλλιάσει | έχετε κρυσταλλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κρυσταλλιάσει | είχες κρυσταλλιάσει | είχε κρυσταλλιάσει | είχαμε κρυσταλλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κρυσταλλιάσει / να κρυσταλλιάζω / να κρυσταλλιάσω | να έχεις κρυσταλλιάσει / να κρυσταλλιάζεις / να κρυσταλλιάσεις | να έχει κρυσταλλιάσει / να κρυσταλλιάζει / να κρυσταλλιάσει | να έχουμε κρυσταλλιάσει / να κρυσταλλιάζουμε / να κρυσταλλιάσουμε | να έχετε κρυσταλλιάσει / να κρυσταλλιάζετε / να κρυσταλλιάσετε | να κρυσταλλιάζουν / να κρυσταλλιάζουνε / να κρυσταλλιάσουν / να κρυσταλλιάσουνε |
| Προστακτική | — | κρυστάλλιαζε / κρυστάλλιασε | — | — | κρυσταλλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κρυσταλλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →