κρύβομαι
•
- πηγαίνω σε κάποιο μέρος όπου να μην μπορεί κανείς να με βρει Βικιλεξικό
- πού έχει κρυφτεί πάλι αυτό το παιδί;
- πηγαίνω πίσω από κάποιον ή κάτι ώστε να μην μπορούν να με δουν οι άλλοι Βικιλεξικό
- ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από τα σύννεφα
- μεταφορικάντρέπομαι ή φοβάμαι να εκφράσω στους άλλους τις σκέψεις μου Βικιλεξικό
- καλά, γιατί κρύβεσαι; πες τους ξεκάθαρα τι θέλεις και θα δεις τι θα πουν!
Ετυμολογία
κρύβομαι < κρύβω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κρύβομαι | κρύβεσαι | κρύβεται | κρυβόμαστε | κρύβεστε | κρύβονται |
| Παρατατικός | κρυβόμουν / κρυβόμουνα | κρυβόσουν / κρυβόσουνα | κρυβόταν / κρυβότανε | κρυβόμασταν / κρυβόμαστε | κρυβόσασταν / κρυβόσαστε | κρυβόντουσαν / κρύβονταν |
| Αόριστος | κρύφτηκα | κρύφτηκες | κρύφτηκε | κρυφτήκαμε | κρυφτήκατε | κρυφτήκαν / κρυφτήκανε / κρύφτηκαν |
| Μέλλοντας | θα κρυφτώ / θα κρύβομαι | θα κρυφτείς / θα κρύβεσαι | θα κρυφτεί / θα κρύβεται | θα κρυβόμαστε / θα κρυφτούμε | θα κρυφτείτε / θα κρύβεστε | θα κρυφτούν / θα κρυφτούνε / θα κρύβονται |
| Παρακείμενος | έχω κρυφτεί | έχεις κρυφτεί | έχει κρυφτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κρυφτεί | είχες κρυφτεί | είχε κρυφτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κρυφτεί / να κρυφτώ / να κρύβομαι | να έχεις κρυφτεί / να κρυφτείς / να κρύβεσαι | να έχει κρυφτεί / να κρυφτεί / να κρύβεται | να κρυβόμαστε / να κρυφτούμε | να κρυφτείτε / να κρύβεστε | να κρυφτούν / να κρυφτούνε / να κρύβονται |
| Προστακτική | — | κρύβου / κρύψου | — | — | κρυφτείτε / κρύβεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →