Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κτέρισμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. συνήθως στον πληθυντικόαντικείμενο με μεγάλη αξία ή προσωπικό αντικείμενο του νεκρού που τοποθετούνταν στον τάφο του κατά την αρχαιότητα Βικιλεξικό
    • Τα κτερίσματα αυτού του τάφου, αντίθετα με την πολυτελή κατασκευή του ήταν μάλλον πενιχρά. Βρέθηκαν, εκτός από αβαφή όστρακα, μια μικρή οινοχόη, όμοια με του τάφου Τ1, ένα χάλκινο δαχτυλίδι, μια οστέινη ψήφος, θραύσματα από χάλκινα ενώτια, από τα οποία το ένα με γυάλινα στοιχεία (Εικ. 17) και ένα πολύ μικρό.. (Το Αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη, Τόμος 8, ΑΠΘ, 1998, σελ. 246)

Ετυμολογία

κτέρισμα < αρχαία ελληνική κτερίσματα < κτερίζω < κτέρεα < κτέρας < κτάομαι / κτῶμαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *tk-e-tróm < *tek- (αποκτώ)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκτέρισμακτερίσματα
Γενικήκτερίσματοςκτερισμάτων
Αιτιατικήκτέρισμακτερίσματα
Κλητικήκτέρισμακτερίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →