κτερίζω
•
- τοποθετώ κτερίσματα σε τάφο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κτερίζω < αρχαία ελληνική κτερίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κτερίζω | κτερίζεις | κτερίζει | κτερίζουμε | κτερίζετε | κτερίζουν / κτερίζουνε |
| Παρατατικός | κτέριζα | κτέριζες | κτέριζε | κτερίζαμε | κτερίζατε | κτέριζαν / κτερίζαν / κτερίζανε |
| Αόριστος | κτέρισα | κτέρισες | κτέρισε | κτερίσαμε | κτερίσατε | κτέρισαν / κτερίσαν / κτερίσανε |
| Μέλλοντας | θα κτερίζω / θα κτερίσω | θα κτερίζεις / θα κτερίσεις | θα κτερίζει / θα κτερίσει | θα κτερίζουμε / θα κτερίσουμε | θα κτερίζετε / θα κτερίσετε | θα κτερίζουν / θα κτερίζουνε / θα κτερίσουν / θα κτερίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κτερίσει | έχεις κτερίσει | έχει κτερίσει | έχουμε κτερίσει | έχετε κτερίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κτερίσει | είχες κτερίσει | είχε κτερίσει | είχαμε κτερίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κτερίσει / να κτερίζω / να κτερίσω | να έχεις κτερίσει / να κτερίζεις / να κτερίσεις | να έχει κτερίσει / να κτερίζει / να κτερίσει | να έχουμε κτερίσει / να κτερίζουμε / να κτερίσουμε | να έχετε κτερίσει / να κτερίζετε / να κτερίσετε | να κτερίζουν / να κτερίζουνε / να κτερίσουν / να κτερίσουνε |
| Προστακτική | — | κτέριζε / κτέρισε | — | — | κτερίζετε / κτερίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →