κτηματαγορά
•
- ό,τι σχετίζεται με την αγοραπωλησία κτημάτων (τιμές, συνθήκες, όροι κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κτηματαγορά < κτήμα + αγορά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κτηματαγορά | κτηματαγορές |
| Γενική | κτηματαγοράς | κτηματαγορών |
| Αιτιατική | κτηματαγορά | κτηματαγορές |
| Κλητική | κτηματαγορά | κτηματαγορές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →