αγοράζω
•
- αποκτώ κάτι πληρώνοντας χρήματα Βικιλεξικό
- Αυτός ο πίνακας αγοράστηκε από τον παππού μου πριν από 50 χρόνια.
- Η ευτυχία δεν είναι κάτι που αγοράζεται.
- αποσπώ με αντάλλαγμα την υποστήριξη ή εύνοια Βικιλεξικό
- μεταφορικάπροσπαθώ να καταλάβω τις σκέψεις κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγοράζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγοράζω (συχνάζω στην αγορά) < ἀγορά < ἀγείρω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγοράζω | αγοράζεις | αγοράζει | αγοράζουμε | αγοράζετε | αγοράζουν / αγοράζουνε |
| Παρατατικός | αγόραζα | αγόραζες | αγόραζε | αγοράζαμε | αγοράζατε | αγοράζαν / αγοράζανε / αγόραζαν |
| Αόριστος | αγόρασα | αγόρασες | αγόρασε | αγοράσαμε | αγοράσατε | αγοράσαν / αγοράσανε / αγόρασαν |
| Μέλλοντας | θα αγοράζω / θα αγοράσω | θα αγοράζεις / θα αγοράσεις | θα αγοράζει / θα αγοράσει | θα αγοράζουμε / θα αγοράσουμε | θα αγοράζετε / θα αγοράσετε | θα αγοράζουν / θα αγοράζουνε / θα αγοράσουν / θα αγοράσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αγοράσει | έχεις αγοράσει | έχει αγοράσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγοράσει | είχες αγοράσει | είχε αγοράσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγοράσει / να αγοράζω / να αγοράσω | να έχεις αγοράσει / να αγοράζεις / να αγοράσεις | να έχει αγοράσει / να αγοράζει / να αγοράσει | να αγοράζουμε / να αγοράσουμε | να αγοράζετε / να αγοράσετε | να αγοράζουν / να αγοράζουνε / να αγοράσουν / να αγοράσουνε |
| Προστακτική | — | έχε αγορασμένο / αγόραζε / αγόρασε | — | — | αγοράζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αγοράστηκααγοράζομαιαγοράστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →