Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κτητορικός

/kti.to.ɾiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με τον κτήτορα ναού ή μονής Βικιλεξικό
    • Χρησιμοποιούνται επίσης υποκοριστικά ως τοπωνύμια (Παναγίτσα, Προδρόμι < Άγιος Πρόδρομος), ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις παραλείπεται το προσωπωνύμιο του αγίου ή της αγίας και το τοπωνύμιο εκφέρεται μόνο με τον τοπικό ή κτητορικό προσδιορισμό: Σπηλιώτισσα (=Παναγιά η Σπηλιώτισσα), Ρωμανού (παλιά μονή ιδιοκτησίας σήμερα της οικογένειας Ρωμανού) κ.ά. (Τα τοπωνύμια της Ελλάδας και η προέλευσή τους, εφημερίδα Πρώτο Θέμα, 24/01/2021 https://www.protothema.gr/stories/article/1087679/ta-toponumia-tis-elladas-kai-i-proeleusi-tous/)

Ετυμολογία

κτητορικός < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική κτητορικός < κτήτωρ + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκτητορικόςκτητορικήκτητορικό
Γενικήκτητορικούκτητορικήςκτητορικού
Αιτιατικήκτητορικόκτητορικήκτητορικό
Κλητικήκτητορικέκτητορικήκτητορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκτητορικοίκτητορικέςκτητορικά
Γενικήκτητορικώνκτητορικώνκτητορικών
Αιτιατικήκτητορικούςκτητορικέςκτητορικά
Κλητικήκτητορικοίκτητορικέςκτητορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →