κτήτορας
•
- κάτοχος, κύριος, ιδιοκτήτης Βικιλεξικό
- ο ιδιώτης ιδρυτής ναού, μονής ή (ιερού) ιδρύματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κτήτορας < αρχαία ελληνικήκτήτωρ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κτήτορας | κτήτορες |
| Γενική | κτήτορα | κτητόρων |
| Αιτιατική | κτήτορα | κτήτορες |
| Κλητική | κτήτορα | κτήτορες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →