κτιριακός
•
- που έχει σχέση με τα κτίρια ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό
- κτιριακή υποδομή, κτιριακές εγκαταστάσεις
Ετυμολογία
κτιριακός < κτίρι(ο) + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κτιριακός | κτιριακή | κτιριακό |
| Γενική | κτιριακού | κτιριακής | κτιριακού |
| Αιτιατική | κτιριακό | κτιριακή | κτιριακό |
| Κλητική | κτιριακέ | κτιριακή | κτιριακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κτιριακοί | κτιριακές | κτιριακά |
| Γενική | κτιριακών | κτιριακών | κτιριακών |
| Αιτιατική | κτιριακούς | κτιριακές | κτιριακά |
| Κλητική | κτιριακοί | κτιριακές | κτιριακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →