Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κτίριο

/ˈkti.ɾi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το οικοδόμημα Βικιλεξικό
    • χαρακτηριστική είναι η αναφορά του στο υλικό κατασκευής του κτιρίου, τραβερτίνης καλής ποιότητας που θυμίζει τον ιταλικό. (Ludwig Ross και η Ελλάδα, πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου, Αθήνα, 2-3 Οκτωβρίου 2002, Verlag Marie Leidorf, 2005, σελ. 195)

Ετυμολογία

κτίριο < μεσαιωνική ελληνική κτήριον / κτίρειον / κτίριον «παρετυμολογία από το κτίζω» < αρχαία ελληνική οἰκητήριον ή < ελληνιστική κοινή εὐκτήριον (οίκος προσευχής) → και δείτε τη γραφή κτήριο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκτίριοκτίρια
Γενικήκτίριου / κτιρίουκτιρίων
Αιτιατικήκτίριοκτίρια
Κλητικήκτίριοκτίρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →