κτίριο
•
- το οικοδόμημα Βικιλεξικό
- χαρακτηριστική είναι η αναφορά του στο υλικό κατασκευής του κτιρίου, τραβερτίνης καλής ποιότητας που θυμίζει τον ιταλικό. (Ludwig Ross και η Ελλάδα, πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου, Αθήνα, 2-3 Οκτωβρίου 2002, Verlag Marie Leidorf, 2005, σελ. 195)
Ετυμολογία
κτίριο < μεσαιωνική ελληνική κτήριον / κτίρειον / κτίριον «παρετυμολογία από το κτίζω» < αρχαία ελληνική οἰκητήριον ή < ελληνιστική κοινή εὐκτήριον (οίκος προσευχής) → και δείτε τη γραφή κτήριο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κτίριο | κτίρια |
| Γενική | κτίριου / κτιρίου | κτιρίων |
| Αιτιατική | κτίριο | κτίρια |
| Κλητική | κτίριο | κτίρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →