Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κτιτορικός

/kti.to.ɾiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ειδικότεραο σχετικός με το κτίσιμο ναού, μονής ή ιδρύματος Βικιλεξικό
    • η κτιτορική επιγραφή της μονής είναι πολύ παλιά, χτίστηκε τον 17ο αιώνα

Ετυμολογία

κτιτορικός < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική κτιτορικός < κτητορικός με παρετυμολόγηση προς το κτίζω < κτήτωρ + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκτιτορικόςκτιτορικήκτιτορικό
Γενικήκτιτορικούκτιτορικήςκτιτορικού
Αιτιατικήκτιτορικόκτιτορικήκτιτορικό
Κλητικήκτιτορικέκτιτορικήκτιτορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκτιτορικοίκτιτορικέςκτιτορικά
Γενικήκτιτορικώνκτιτορικώνκτιτορικών
Αιτιατικήκτιτορικούςκτιτορικέςκτιτορικά
Κλητικήκτιτορικοίκτιτορικέςκτιτορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →