κτιτορικός
•
- ειδικότεραο σχετικός με το κτίσιμο ναού, μονής ή ιδρύματος Βικιλεξικό
- η κτιτορική επιγραφή της μονής είναι πολύ παλιά, χτίστηκε τον 17ο αιώνα
Ετυμολογία
κτιτορικός < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική κτιτορικός < κτητορικός με παρετυμολόγηση προς το κτίζω < κτήτωρ + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κτιτορικός | κτιτορική | κτιτορικό |
| Γενική | κτιτορικού | κτιτορικής | κτιτορικού |
| Αιτιατική | κτιτορικό | κτιτορική | κτιτορικό |
| Κλητική | κτιτορικέ | κτιτορική | κτιτορικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κτιτορικοί | κτιτορικές | κτιτορικά |
| Γενική | κτιτορικών | κτιτορικών | κτιτορικών |
| Αιτιατική | κτιτορικούς | κτιτορικές | κτιτορικά |
| Κλητική | κτιτορικοί | κτιτορικές | κτιτορικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →