κυβίζω
•
- μετρώ τον όγκο αντικειμένου (σε κυβικά μέτρα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυβίζω < ελληνιστική κοινή κυβίζω < αρχαία ελληνική κύβος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κυβίζω | κυβίζεις | κυβίζει | κυβίζουμε | κυβίζετε | κυβίζουν / κυβίζουνε |
| Παρατατικός | κύβιζα | κύβιζες | κύβιζε | κυβίζαμε | κυβίζατε | κυβίζαν / κυβίζανε / κύβιζαν |
| Αόριστος | κύβισα | κύβισες | κύβισε | κυβίσαμε | κυβίσατε | κυβίσαν / κυβίσανε / κύβισαν |
| Μέλλοντας | θα κυβίζω / θα κυβίσω | θα κυβίζεις / θα κυβίσεις | θα κυβίζει / θα κυβίσει | θα κυβίζουμε / θα κυβίσουμε | θα κυβίζετε / θα κυβίσετε | θα κυβίζουν / θα κυβίζουνε / θα κυβίσουν / θα κυβίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κυβίσει | έχεις κυβίσει | έχει κυβίσει | έχουμε κυβίσει | έχετε κυβίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κυβίσει | είχες κυβίσει | είχε κυβίσει | είχαμε κυβίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κυβίσει / να κυβίζω / να κυβίσω | να έχεις κυβίσει / να κυβίζεις / να κυβίσεις | να έχει κυβίσει / να κυβίζει / να κυβίσει | να έχουμε κυβίσει / να κυβίζουμε / να κυβίσουμε | να έχετε κυβίσει / να κυβίζετε / να κυβίσετε | να κυβίζουν / να κυβίζουνε / να κυβίσουν / να κυβίσουνε |
| Προστακτική | — | κύβιζε / κύβισε | — | — | κυβίζετε / κυβίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →