κύβος
•
- γεωμετρικό στερεό με 6 ίσες τετραγωνικές έδρες και 12 ίσες ακμές Βικιλεξικό
- μαθηματικάη ύψωση στην τρίτη δύναμη Βικιλεξικό
- Το δύο εις τον κύβο μας δίνει οκτώ : 2³=8.
- λόγιοτο ζάρι (στην γνωστή φράση του Καίσαρα και στα παράγωγα) Βικιλεξικό
- Ἐρρίφθη ὁ κύβος ή ἐρρίφθω κύβος.
Ετυμολογία
κύβος < αρχαία ελληνική κύβος.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κύβος | κύβοι |
| Γενική | κύβου | κύβων |
| Αιτιατική | κύβο | κύβους |
| Κλητική | κύβε | κύβοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →