Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυβερνητικός

/ci.veɾ.ni.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την κυβέρνηση, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτήν Βικιλεξικό
  2. που είναι φιλικά διακείμενος προς την κυβέρνηση Βικιλεξικό
  3. που έχει σχέση με το κόμμα ή τα κόμματα που στηρίζουν μια κυβέρνηση ή ανήκει σ’ αυτά Βικιλεξικό
  4. τεχνολογίασχετιζόμενος με την επιστήμη της κυβερνητικής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κυβερνητικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κυβερνητικός. Νεότερες σημασίες < αγγλική cybernetic, γαλλική cybernétique.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυβερνητικόςκυβερνητικήκυβερνητικό
Γενικήκυβερνητικούκυβερνητικήςκυβερνητικού
Αιτιατικήκυβερνητικόκυβερνητικήκυβερνητικό
Κλητικήκυβερνητικέκυβερνητικήκυβερνητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυβερνητικοίκυβερνητικέςκυβερνητικά
Γενικήκυβερνητικώνκυβερνητικώνκυβερνητικών
Αιτιατικήκυβερνητικούςκυβερνητικέςκυβερνητικά
Κλητικήκυβερνητικοίκυβερνητικέςκυβερνητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →