κυβερνητικός
•
- που έχει σχέση με την κυβέρνηση, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτήν Βικιλεξικό
- που είναι φιλικά διακείμενος προς την κυβέρνηση Βικιλεξικό
- που έχει σχέση με το κόμμα ή τα κόμματα που στηρίζουν μια κυβέρνηση ή ανήκει σ’ αυτά Βικιλεξικό
- τεχνολογίασχετιζόμενος με την επιστήμη της κυβερνητικής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυβερνητικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κυβερνητικός. Νεότερες σημασίες < αγγλική cybernetic, γαλλική cybernétique.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κυβερνητικός | κυβερνητική | κυβερνητικό |
| Γενική | κυβερνητικού | κυβερνητικής | κυβερνητικού |
| Αιτιατική | κυβερνητικό | κυβερνητική | κυβερνητικό |
| Κλητική | κυβερνητικέ | κυβερνητική | κυβερνητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κυβερνητικοί | κυβερνητικές | κυβερνητικά |
| Γενική | κυβερνητικών | κυβερνητικών | κυβερνητικών |
| Αιτιατική | κυβερνητικούς | κυβερνητικές | κυβερνητικά |
| Κλητική | κυβερνητικοί | κυβερνητικές | κυβερνητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →