κυμαίνομαι
•
- συνήθως για τιμέςκινούμαι ανάμεσα σε δύο σημεία Βικιλεξικό
- η τιμή του φέτος κυμάνθηκε από δέκα έως είκοσι ευρώ
- σπανιότεραταλαντεύομαι ανάμεσα σε δύο λύσεις, δράσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυμαίνομαι < παθητικός τύπος για την αρχαία ελληνική κυμαίνω (σηκώνω κύματα, φουσκώνω), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική flotant (μετοχή) ή την αγγλική flactuating ή floating
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κυμαίνομαι | κυμαίνεσαι | κυμαίνεται | κυμαινόμαστε | κυμαίνεστε | κυμαίνονται |
| Παρατατικός | κυμαινόμουν / κυμαινόμουνα | κυμαινόσουν / κυμαινόσουνα | κυμαινόταν / κυμαινότανε | κυμαινόμασταν / κυμαινόμαστε | κυμαινόσασταν / κυμαινόσαστε | κυμαίνονταν / κυμαινόντουσαν |
| Αόριστος | κυμάνθηκα | κυμάνθηκες | κυμάνθηκε | κυμανθήκαμε | κυμανθήκατε | κυμάνθηκαν / κυμανθήκαν / κυμανθήκανε |
| Μέλλοντας | θα κυμαίνομαι / θα κυμανθώ | θα κυμαίνεσαι / θα κυμανθείς | θα κυμαίνεται / θα κυμανθεί | θα κυμαινόμαστε / θα κυμανθούμε | θα κυμαίνεστε / θα κυμανθείτε | θα κυμαίνονται / θα κυμανθούν / θα κυμανθούνε |
| Παρακείμενος | έχω κυμανθεί | έχεις κυμανθεί | έχει κυμανθεί | έχουμε κυμανθεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κυμανθεί | είχες κυμανθεί | είχε κυμανθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κυμανθεί / να κυμαίνομαι / να κυμανθώ | να έχεις κυμανθεί / να κυμαίνεσαι / να κυμανθείς | να έχει κυμανθεί / να κυμαίνεται / να κυμανθεί | να έχουμε κυμανθεί / να κυμαινόμαστε / να κυμανθούμε | να κυμαίνεστε / να κυμανθείτε | να κυμαίνονται / να κυμανθούν / να κυμανθούνε |
| Προστακτική | — | κυμάνσου | — | — | κυμαίνεστε / κυμανθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →