διακύμανση
•
- διαδοχικές αυξήσεις και μειώσεις ενός μεγέθους (π.χ. τιμών) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακύμανση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα διακύμανσις < ελληνιστική κοινή διακυμαίνω (σηκώνω κύματα), θέμα διακυμαν- + -σις > -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική fluctuation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διακύμανση | διακυμάνσεις |
| Γενική | διακύμανσης | διακυμάνσεων |
| Αιτιατική | διακύμανση | διακυμάνσεις |
| Κλητική | διακύμανση | διακυμάνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →