Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυματίζω

/ci.maˈti.zo/ρήμα
•
  1. αναδιπλώνομαι από τον αέρα με τρόπο παρόμοιο μ’ ένα θαλάσσιο κύμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κυματίζω < μεσαιωνική ελληνική κυματίζω < αρχαία ελληνική κυματίζομαι < κῦμα < πρωτοελληνική *kūmə < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱewh₁- (φουσκώνω) :: (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική flotter ή την αγγλική wave

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκυματίζωκυματίζειςκυματίζεικυματίζουμεκυματίζετεκυματίζουν / κυματίζουνε
Παρατατικόςκυμάτιζακυμάτιζεςκυμάτιζεκυματίζαμεκυματίζατεκυμάτιζαν / κυματίζαν / κυματίζανε
Αόριστοςκυμάτισακυμάτισεςκυμάτισεκυματίσαμεκυματίσατεκυμάτισαν / κυματίσαν / κυματίσανε
Μέλλονταςθα κυματίζω / θα κυματίσωθα κυματίζεις / θα κυματίσειςθα κυματίζει / θα κυματίσειθα κυματίζουμε / θα κυματίσουμεθα κυματίζετε / θα κυματίσετεθα κυματίζουν / θα κυματίζουνε / θα κυματίσουν / θα κυματίσουνε
Παρακείμενοςέχω κυματίσειέχεις κυματίσειέχει κυματίσειέχουμε κυματίσειέχετε κυματίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κυματίσειείχες κυματίσειείχε κυματίσειείχαμε κυματίσει——
Υποτακτικήνα έχω κυματίσει / να κυματίζω / να κυματίσωνα έχεις κυματίσει / να κυματίζεις / να κυματίσειςνα έχει κυματίσει / να κυματίζει / να κυματίσεινα έχουμε κυματίσει / να κυματίζουμε / να κυματίσουμενα έχετε κυματίσει / να κυματίζετε / να κυματίσετενα κυματίζουν / να κυματίζουνε / να κυματίσουν / να κυματίσουνε
Προστακτική—κυμάτιζε / κυμάτισε——κυματίζετε / κυματίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →