κυματίζω
•
- αναδιπλώνομαι από τον αέρα με τρόπο παρόμοιο μ’ ένα θαλάσσιο κύμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυματίζω < μεσαιωνική ελληνική κυματίζω < αρχαία ελληνική κυματίζομαι < κῦμα < πρωτοελληνική *kūmə < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱewh₁- (φουσκώνω) :: (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική flotter ή την αγγλική wave
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κυματίζω | κυματίζεις | κυματίζει | κυματίζουμε | κυματίζετε | κυματίζουν / κυματίζουνε |
| Παρατατικός | κυμάτιζα | κυμάτιζες | κυμάτιζε | κυματίζαμε | κυματίζατε | κυμάτιζαν / κυματίζαν / κυματίζανε |
| Αόριστος | κυμάτισα | κυμάτισες | κυμάτισε | κυματίσαμε | κυματίσατε | κυμάτισαν / κυματίσαν / κυματίσανε |
| Μέλλοντας | θα κυματίζω / θα κυματίσω | θα κυματίζεις / θα κυματίσεις | θα κυματίζει / θα κυματίσει | θα κυματίζουμε / θα κυματίσουμε | θα κυματίζετε / θα κυματίσετε | θα κυματίζουν / θα κυματίζουνε / θα κυματίσουν / θα κυματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κυματίσει | έχεις κυματίσει | έχει κυματίσει | έχουμε κυματίσει | έχετε κυματίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κυματίσει | είχες κυματίσει | είχε κυματίσει | είχαμε κυματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κυματίσει / να κυματίζω / να κυματίσω | να έχεις κυματίσει / να κυματίζεις / να κυματίσεις | να έχει κυματίσει / να κυματίζει / να κυματίσει | να έχουμε κυματίσει / να κυματίζουμε / να κυματίσουμε | να έχετε κυματίσει / να κυματίζετε / να κυματίσετε | να κυματίζουν / να κυματίζουνε / να κυματίσουν / να κυματίσουνε |
| Προστακτική | — | κυμάτιζε / κυμάτισε | — | — | κυματίζετε / κυματίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →