Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κύμα

/ˈci.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η μάζα νερού η οποία ανυψώνεται και χαμηλώνει σε συνεχείς, διαδοχικούς σχηματισμούς στην επιφάνεια της θάλασσας, μιας λίμνης κ.λπ. από την επίδραση δυνατού ανέμου ή άλλου παράγοντα Βικιλεξικό
    • Το θολό φινιστρίνι καδράριζε το γκρίζο περίγραμμα της στεριάς που ξεμύτιζε πέρα στον ορίζοντα με την μπλε λωρίδα να έρχεται και να φεύγει, μέχρι που το πελώριο κύμα θρυμμάτισε την εικόνα, την εξαφάνισε πίσω από το ανεμοβρόχι. (Μαίρη Βασάλου, Η πόρτα: μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 347)
    • Δεν είναι λίγοι και αυτοί που διασχίζουν θάλασσες ταμένοι από καιρό, αδιαφορώντας αν θα φιλά την πρύμνη του κακόβουλο το κύμα ή αν μέσα στ'άρμενα τ'αγέρι το σφοδρό δεν πνέει πρίμα, γιατί πιστεύουν δυνατά πως ο Άγιος που τους τραβά έχει τη δύναμη και τα στοιχειά τα φυσικά σαν τις ψυχές να γαληνεύει. (Ευστράτιος Δήσσος, Το Ιστορικό και τα Θαύματα του Ταξιάρχη Μανταμάδου, 2019)
  2. συνεκδοχικάστην ακρογιαλιά Βικιλεξικό
    • χτίζει σπίτι πάνω στο κύμα
  3. οτιδήποτε μοιάζει με το κύμα στη μορφή ή την κίνηση Βικιλεξικό
    • κύματα λάβας / άμμου / ανθρώπων / πιθανοτήτων
  4. μεταφορικάκάθε φαινόμενο ή τάση στη φύση ή την κοινωνία που εκδηλώνεται μαζικά και με ένταση Βικιλεξικό
    • κύματα ενθουσιασμού / βίας / ιδιωτικοποιήσεων / μετανάστευσης
  5. φυσικήκινούμενη διαταραχή της ενεργειακής στάθμης ενός πεδίου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κύμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κῦμα < πρωτοελληνική *kūmə < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱewh₁- (φουσκώνω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκύμακύματα
Γενικήκύματοςκυμάτων
Αιτιατικήκύμακύματα
Κλητικήκύμακύματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →