κυνανθρωπία
•
- ψυχιατρικήψυχική ασθένεια κατά την οποία ο πάσχων πιστεύει ότι μεταμορφώνεται σε σκύλο και συμπεριφέρεται ως σκύλος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυνανθρωπία < ελληνιστική κοινή κυνάνθρωπος + -ία (όπως λυκανθρωπία) < αρχαία ελληνική κύων, κυνός + ἄνθρωπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κυνανθρωπία | κυνανθρωπίες |
| Γενική | κυνανθρωπίας | κυνανθρωπιών |
| Αιτιατική | κυνανθρωπία | κυνανθρωπίες |
| Κλητική | κυνανθρωπία | κυνανθρωπίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →