λυκανθρωπία
•
- ψυχιατρικήψυχική ασθένεια κατά την οποία ο πάσχων πιστεύει ότι μεταμορφώνεται σε λύκο και συμπεριφέρεται ως λύκος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λυκανθρωπία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή λυκανθρωπία < (λύκος) λυκ- + ἄνθρωπ(ος) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λυκανθρωπία | λυκανθρωπίες |
| Γενική | λυκανθρωπίας | λυκανθρωπιών |
| Αιτιατική | λυκανθρωπία | λυκανθρωπίες |
| Κλητική | λυκανθρωπία | λυκανθρωπίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →