Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυνικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. φιλοσοφίαμέλος του κύκλου των κυνικών φιλοσόφων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κυνικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κυνικός < κύων (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική cynique)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκυνικός / κυνική / κυνικός / κυνικόκυνικοί / κυνικές / κυνικοί / κυνικά
Γενικήκυνικού / κυνικής / κυνικού / κυνικούκυνικών / κυνικών / κυνικών / κυνικών
Αιτιατικήκυνικό / κυνική / κυνικό / κυνικόκυνικούς / κυνικές / κυνικούς / κυνικά
Κλητικήκυνικέ / κυνική / κυνικέ / κυνικόκυνικοί / κυνικές / κυνικοί / κυνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κυνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που εκφράζεται (δυσάρεστα) και με απόλυτη ευθύτητα και ειλικρίνεια, χωρίς ευγένεια ή ευπρέπεια Βικιλεξικό
    • κυνικός λόγος
    • «Ναι, φαίνεσαι ταλαιπωρημένος» είπε ο Μάρκος που μέσα του απορούσε πως ο Σολδάτος ο αμφισβητίας και κυνικός, είχε πέσει τόσο με τα μούτρα στη θρησκεία και πίστευε και στα θαύματα. (Μαίρη Σιάνη-Ντέιβις, Έντιμος εμπορία, εκδ. Πατάκης, 2025)
  2. που έχει σχέση ή αναφέρεται στον Αστερισμό του Κυνός Βικιλεξικό
    • (μετεωρολογία) κυνικά καύματα: Κύων Μέγας θερινοί καύσωνες

Ετυμολογία

κυνικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κυνικός < κύων (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική cynique)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυνικόςκυνικήκυνικό
Γενικήκυνικούκυνικήςκυνικού
Αιτιατικήκυνικόκυνικήκυνικό
Κλητικήκυνικέκυνικήκυνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυνικοίκυνικέςκυνικά
Γενικήκυνικώνκυνικώνκυνικών
Αιτιατικήκυνικούςκυνικέςκυνικά
Κλητικήκυνικοίκυνικέςκυνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →