Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυνηγός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που ασχολείται με το κυνήγι, ο θηρευτής (η λέξη οφείλει το σχηματισμό της στο ότι το κυνήγι συνήθως γίνεται με σκύλους) Βικιλεξικό
    • Mία ή δύο σκανδάλες στα δίκαννα όπλα; Πρόκειται για ένα συχνό δίλημμα όταν πρόκειται κανείς να διαλέξει πλαγιόκαννο ή σουπερποζέ, καθώς η κάθε επιλογή έχει και τους υποστηριχτές της στις τάξεις των κυνηγών. Είναι γεγονός ότι ο δισκάνδαλος μηχανισμός έχει συνυφανθεί με το πλαγιόκαννο, ενώ ο μονοσκάνδαλος με το σουπερποζέ (Πόσες σκανδάλες σε ένα δίκαννο…, Κυνηγεσία, 20/01/2021 https://www.kynigesia.gr/opla-vlitiki/poses-skandales-se-ena-dikanno/)
  2. ο επιθετικός παίκτης σε ομαδικό άθλημα όπως στο ποδόσφαιρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κυνηγός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κυνηγός (που οδηγεί κυνηγετικά σκυλιά) < κύων (σκύλος) γενική κυνός + -ηγός (< ἄγω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκυνηγόςκυνηγοί
Γενικήκυνηγούκυνηγών
Αιτιατικήκυνηγόκυνηγούς
Κλητικήκυνηγέκυνηγοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →