Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυρίαρχος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει την κυριαρχία, που κυριαρχεί, που έχει την εξουσία, αποφασίζει και ορίζει, ελέγχει καταστάσεις Βικιλεξικό
    • τα μοτίβα αυτά είναι κυρίαρχα: τα νέα ήθη, τα λούσα, οι διασκεδάσεις, η κοσμική ζωή, η μόδα, απειλούν και υπομονεύουν την οικογένεια αλλά και παραδοσιακούς θεσμούς και αξίες γενικότερες (Σάτιρα και πολιτική στη νεώτερη Ελλάδα: από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού & Γενικής Παιδείας, 1979, σελ. 95)

Ετυμολογία

κυρίαρχος < μεσαιωνική ελληνική κυρίαρχος < κύριος + ἄρχω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυρίαρχοςκυρίαρχηκυρίαρχο
Γενικήκυρίαρχουκυρίαρχηςκυρίαρχου
Αιτιατικήκυρίαρχοκυρίαρχηκυρίαρχο
Κλητικήκυρίαρχεκυρίαρχηκυρίαρχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυρίαρχοικυρίαρχεςκυρίαρχα
Γενικήκυρίαρχωνκυρίαρχωνκυρίαρχων
Αιτιατικήκυρίαρχουςκυρίαρχεςκυρίαρχα
Κλητικήκυρίαρχοικυρίαρχεςκυρίαρχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →