αφέντης
•
- ο ηγεμόνας Βικιλεξικό
- ο κυρίαρχος, ο κύριος Βικιλεξικό
- Τώρα όλα τα οικόπεδα και οι μάντρες είχαν γεμίσει σπίτια, και τα χωράφια είχαν γίνει δρόμοι, με πλατιά πεζοδρόμια. Ο κόσμος είχε πλουτίσει. Ένα μπακαλόπουλο, που μας έφερνε τα ψώνια στο σπίτι, είχε γίνει αφέντης και είχε χτίσει στον απάνω δρόμο ένα παλατάκι (Παύλος Νιρβάνας (1866-1937), Στο ξένο σπίτι)
Ετυμολογία
αφέντης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀφέντης < αρχαία ελληνική αὐθέντης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφέντης | αφέντες / αφεντάδες |
| Γενική | αφέντη | αφεντάδων / αφεντών |
| Αιτιατική | αφέντη | αφέντες / αφεντάδες |
| Κλητική | αφέντη | αφέντες / αφεντάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →