κωλοπιλάλα
•
- λαϊκότροποέντονη ανάγκη για αφόδευση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κωλοπιλάλα < κωλο- + πιλάλα < πιλαλώ + -α (αναδρομικός σχηματισμός) < (ελληνιστική κοινή) < λαλέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κωλοπιλάλα | κωλοπιλάλες |
| Γενική | κωλοπιλάλας | — |
| Αιτιατική | κωλοπιλάλα | κωλοπιλάλες |
| Κλητική | κωλοπιλάλα | κωλοπιλάλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →