κώλος
•
- ανθρώπινο σώμαο πισινός, τα οπίσθια ανθρώπου Βικιλεξικό
- Του έδωσα μια ξυλιά στον κώλο.
- συνεκδοχικάτο μέρος του ρούχου που αντιστοιχεί στα οπίσθια Βικιλεξικό
- Σκίστηκε ο κώλος του παντελονιού.
- στον ενικόο πρωκτός Βικιλεξικό
- έχω φαγούρα στον κώλο.
- μεταφορικάτο πίσω ή κάτω μέρος ενός αντικειμένου Βικιλεξικό
- ο κώλος του αυτοκινήτου, ο κώλος του πλοίου (η πρύμνη), ο κώλος του αυγού
- μεταφορικάο πυθμένας, ο πάτος αγγείου, δοχείου, καλαθιού Βικιλεξικό
- Με τόσο φορτίο άνοιξε ο κώλος του καλαθιού.
- υβριστικόυποτιμητικός χαρακτηρισμός Βικιλεξικό
- Άντε πνίξου ρε κώλε!
- Οι μάγκες αποκαλούν κωλάδικα εκείνα τα άνοστα κέντρα διασκεδάσεως, όπου παίζουν διάφορες βεντέτες του μπουζουκιού. […] Μέσα σε ελάχιστα χρόνια το κωλάδικο επέβη το κατ' εξοχήν κέντρο διασκεδάσεως των κώλων, τουτέστιν των μπουρζουάδων
Ετυμολογία
κώλος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κῶλος < ελληνιστική κοινή κῶλος (πρωκτός) < αρχαία ελληνική κῶλον (μέρος, τμήμα σώματος). Εναλλαγή κωλ-, κολ- (κόλον (τμήμα του παχέος εντέρου) πιθανόν με την επίδραση της λατινικής cūlus (πρωκτός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κώλος | κώλοι |
| Γενική | κώλου | κώλων |
| Αιτιατική | κώλο | κώλους |
| Κλητική | κώλε | κώλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →