Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κώλος

/ˈko.los/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ανθρώπινο σώμαο πισινός, τα οπίσθια ανθρώπου Βικιλεξικό
    • Του έδωσα μια ξυλιά στον κώλο.
  2. συνεκδοχικάτο μέρος του ρούχου που αντιστοιχεί στα οπίσθια Βικιλεξικό
    • Σκίστηκε ο κώλος του παντελονιού.
  3. στον ενικόο πρωκτός Βικιλεξικό
    • έχω φαγούρα στον κώλο.
  4. μεταφορικάτο πίσω ή κάτω μέρος ενός αντικειμένου Βικιλεξικό
    • ο κώλος του αυτοκινήτου, ο κώλος του πλοίου (η πρύμνη), ο κώλος του αυγού
  5. μεταφορικάο πυθμένας, ο πάτος αγγείου, δοχείου, καλαθιού Βικιλεξικό
    • Με τόσο φορτίο άνοιξε ο κώλος του καλαθιού.
  6. υβριστικόυποτιμητικός χαρακτηρισμός Βικιλεξικό
    • Άντε πνίξου ρε κώλε!
    • Οι μάγκες αποκαλούν κωλάδικα εκείνα τα άνοστα κέντρα διασκεδάσεως, όπου παίζουν διάφορες βεντέτες του μπουζουκιού. […] Μέσα σε ελάχιστα χρόνια το κωλάδικο επέβη το κατ' εξοχήν κέντρο διασκεδάσεως των κώλων, τουτέστιν των μπουρζουάδων

Ετυμολογία

κώλος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κῶλος < ελληνιστική κοινή κῶλος (πρωκτός) < αρχαία ελληνική κῶλον (μέρος, τμήμα σώματος). Εναλλαγή κωλ-, κολ- (κόλον (τμήμα του παχέος εντέρου) πιθανόν με την επίδραση της λατινικής cūlus (πρωκτός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκώλοςκώλοι
Γενικήκώλουκώλων
Αιτιατικήκώλοκώλους
Κλητικήκώλεκώλοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →