Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κωλυσιεργικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει σχέση με την κωλυσιεργία ή τον κωλυσιεργό ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κωλυσιεργικός < κωλυσιεργία / κωλυσιεργός + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκωλυσιεργικόςκωλυσιεργικήκωλυσιεργικό
Γενικήκωλυσιεργικούκωλυσιεργικήςκωλυσιεργικού
Αιτιατικήκωλυσιεργικόκωλυσιεργικήκωλυσιεργικό
Κλητικήκωλυσιεργικέκωλυσιεργικήκωλυσιεργικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκωλυσιεργικοίκωλυσιεργικέςκωλυσιεργικά
Γενικήκωλυσιεργικώνκωλυσιεργικώνκωλυσιεργικών
Αιτιατικήκωλυσιεργικούςκωλυσιεργικέςκωλυσιεργικά
Κλητικήκωλυσιεργικοίκωλυσιεργικέςκωλυσιεργικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →