κωλυσιεργικός
•
- λόγιοπου έχει σχέση με την κωλυσιεργία ή τον κωλυσιεργό ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κωλυσιεργικός < κωλυσιεργία / κωλυσιεργός + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κωλυσιεργικός | κωλυσιεργική | κωλυσιεργικό |
| Γενική | κωλυσιεργικού | κωλυσιεργικής | κωλυσιεργικού |
| Αιτιατική | κωλυσιεργικό | κωλυσιεργική | κωλυσιεργικό |
| Κλητική | κωλυσιεργικέ | κωλυσιεργική | κωλυσιεργικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κωλυσιεργικοί | κωλυσιεργικές | κωλυσιεργικά |
| Γενική | κωλυσιεργικών | κωλυσιεργικών | κωλυσιεργικών |
| Αιτιατική | κωλυσιεργικούς | κωλυσιεργικές | κωλυσιεργικά |
| Κλητική | κωλυσιεργικοί | κωλυσιεργικές | κωλυσιεργικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →