Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κωματώδης

/ko.maˈto.ðis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με το κώμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κωματώδης <αρχαία ελληνική κωματώδης < κῶμα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκωματώδηςκωματώδηςκωματώδες
Γενικήκωματώδουςκωματώδουςκωματώδους
Αιτιατικήκωματώδηκωματώδηκωματώδες
Κλητικήκωματώδη / κωματώδηςκωματώδηςκωματώδες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκωματώδειςκωματώδειςκωματώδη
Γενικήκωματωδώνκωματωδώνκωματωδών
Αιτιατικήκωματώδειςκωματώδειςκωματώδη
Κλητικήκωματώδειςκωματώδειςκωματώδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →