κωματώδης
•
- ιατρικήπου έχει σχέση με το κώμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κωματώδης <αρχαία ελληνική κωματώδης < κῶμα
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κωματώδης | κωματώδης | κωματώδες |
| Γενική | κωματώδους | κωματώδους | κωματώδους |
| Αιτιατική | κωματώδη | κωματώδη | κωματώδες |
| Κλητική | κωματώδη / κωματώδης | κωματώδης | κωματώδες |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κωματώδεις | κωματώδεις | κωματώδη |
| Γενική | κωματωδών | κωματωδών | κωματωδών |
| Αιτιατική | κωματώδεις | κωματώδεις | κωματώδη |
| Κλητική | κωματώδεις | κωματώδεις | κωματώδη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →