κώμα
•
- ιατρικήκατάσταση που οφείλεται σε παθολογικά αίτια και κατά την οποία κάποιος έχει απωλέσει τη δυνατότητα κίνησης, αίσθησης, συνείδησης κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κώμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κῶμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κώμα | κώματα |
| Γενική | κώματος | κωμάτων |
| Αιτιατική | κώμα | κώματα |
| Κλητική | κώμα | κώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →