κωμικοτραγωδία
•
- θέατροη ιλαροτραγωδία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κωμικοτραγωδία < κωμικ(ός) + -ο- + τραγωδία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κωμικοτραγωδία | κωμικοτραγωδίες |
| Γενική | κωμικοτραγωδίας | κωμικοτραγωδιών |
| Αιτιατική | κωμικοτραγωδία | κωμικοτραγωδίες |
| Κλητική | κωμικοτραγωδία | κωμικοτραγωδίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →