κόζι
•
- καρύδι Βικιλεξικό
- μεταφορικάδύναμη, αντοχή Βικιλεξικό
- μεταφορικάμέσο για την προώθηση ατομικών συμφερόντων Βικιλεξικό
- ονομασία για το δυνατό φύλλο (ατού) σε ορισμένα χαρτοπαίγνια με «μπάζες» (όπως λ.χ. το σκαμπίλι) Βικιλεξικό
- το προσεκτικό κοίταγμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κόζι < (άμεσο δάνειο) τουρκική koz + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κόζι | κόζια |
| Γενική | κοζιού | κοζιών |
| Αιτιατική | κόζι | κόζια |
| Κλητική | κόζι | κόζια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →