παρακολουθώ
•
- ακολουθώ τις κινήσεις κάποιου κινούμενος μαζί με αυτόν ή κινώντας το βλέμμα μου Βικιλεξικό
- Απ' την πρώτη στιγμή που μπήκα στο λεωφορείο είχα την υποψία πως κάποιος με παρακολουθούσε. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
- παρακολουθούσε συναρπασμένος την προέλασή τους. Τὰ πέρασαν τὰ σύνορα! Φτάσανε στη Δράμα! Φτάσανε στην Καβάλα! -Αὔριο θάναι στη Θεσσαλονίκη - πανηγύριζε ὁ λαός. Όλοι νοιώθαμε μιὰ ἐγγύηση σ' αὐτὴ τὴν προέλαση. Καὶ ξάφνου! Τὰ σοβιετικά στρατεύματα ὄχι μόνο στη Θεσσαλονίκη δεν έφτασαν, αλλά μαθαίνουμε, αποσύρθηκαν ξανά πέρα απ' τα σύνορα. (Μήτσος Ν. Δημητρίου-Νικηφόρος, Αντάρτες στα βουνά της Ρούμελης: Χρονικό 1930-1944, τόμος 3, 1965, σελ. 339)
- (μεταφορικά) για ήρωες μιας αφήγησης
- ακολουθώ κρυφά τις κινήσεις κάποιου για να μάθω κάτι γι' αυτόν Βικιλεξικό
- ακούω τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις κάποιου με συσκευές υποκλοπής Βικιλεξικό
- συμμετέχω σε μάθημα, σεμινάριο ή άλλη μαθησιακή δραστηριότητα Βικιλεξικό
- ακούω με προσοχή έναν ομιλητή και αντιλαμβάνομαι τη ροή της σκέψης του Βικιλεξικό
- βλέπω ή ακούω με προσοχή τηλεοπτικές, ραδιοφωνικές εκπομπές, κινηματογραφικές ταινίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρακολουθώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρακολουθῶ, συνηρημένος τύπος του παρακολουθέω < (παρά) παρ- + ἀκολουθῶ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παρακολουθώ | παρακολουθείς | παρακολουθεί | παρακολουθούμε | παρακολουθείτε | παρακολουθούν / παρακολουθούνε |
| Παρατατικός | παρακολουθούμουν / παρακολουθούσα | παρακολουθούσες | παρακολουθούσε | παρακολουθούσαμε | παρακολουθούσατε | παρακολουθούσαν / παρακολουθούσανε |
| Αόριστος | παρακολούθησα | παρακολούθησες | παρακολούθησε | παρακολουθήσαμε | παρακολουθήσατε | παρακολουθήσαν / παρακολουθήσανε / παρακολούθησαν |
| Μέλλοντας | θα παρακολουθήσω / θα παρακολουθώ | θα παρακολουθήσεις / θα παρακολουθείς | θα παρακολουθήσει / θα παρακολουθεί | θα παρακολουθήσουμε / θα παρακολουθούμε | θα παρακολουθήσετε / θα παρακολουθείτε | θα παρακολουθήσουν / θα παρακολουθήσουνε / θα παρακολουθούν / θα παρακολουθούνε |
| Παρακείμενος | έχω παρακολουθήσει | έχεις παρακολουθήσει | έχει παρακολουθήσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παρακολουθήσει | είχες παρακολουθήσει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παρακολουθήσει / να παρακολουθήσω / να παρακολουθώ | να έχεις παρακολουθήσει / να παρακολουθήσεις / να παρακολουθείς | να έχει παρακολουθήσει / να παρακολουθήσει / να παρακολουθεί | να παρακολουθήσουμε / να παρακολουθούμε | να παρακολουθήσετε / να παρακολουθείτε | να παρακολουθήσουν / να παρακολουθήσουνε / να παρακολουθούν / να παρακολουθούνε |
| Προστακτική | — | παρακολούθησε | — | — | παρακολουθήστε / παρακολουθείτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παρακολουθιέμαι / παρακολουθούμαι | — | — | — | — | — |
| Παρατατικός | παρακολουθιόμουν | — | — | — | — | — |
| Αόριστος | παρακολουθήθηκα | — | — | — | — | — |
| Μέλλοντας | θα παρακολουθιέμαι / θα παρακολουθούμαι | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να παρακολουθιέμαι / να παρακολουθούμαι | — | — | — | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →