κόλπωμα
•
- ανατομίαπροβολές του βλεννογόνου (σαν μικρά σακουλάκια) μέσα από τρύπες που δημιουργούνται στους μύες που περιβάλλουν τον πεπτικό σωλήνα στο πεπτικό σύστημα Βικιλεξικό
- λόγιοπλατιά πτύχωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κόλπωμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κόλπωμα < κόλπ(ος) + -ωμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κόλπωμα | κολπώματα |
| Γενική | κολπώματος | κολπωμάτων |
| Αιτιατική | κόλπωμα | κολπώματα |
| Κλητική | κόλπωμα | κολπώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →