κόλπωση
•
- ο σχηματισμός κόλπου σε θαλάσσιο, ποτάμιο ή άλλο περιβάλλον Βικιλεξικό
- πλατιά πτύχωση Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: κόλπωμα
Ετυμολογία
κόλπωση < κόλπος + -ωση < αρχαία ελληνική κόλπος # κόλπωση < ελληνιστική κοινή κόλπωσις < κολπόω < αρχαία ελληνική κόλπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κόλπωση | κολπώσεις |
| Γενική | κόλπωσης | κολπώσεων |
| Αιτιατική | κόλπωση | κολπώσεις |
| Κλητική | κόλπωση | κολπώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →