Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κόλπος

/ˈkol.pos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γεωγραφίασχηματισμός της ακτογραμμής, η κοιλότητα που η θάλασσα εισδύει στην ξηρά Βικιλεξικό
    • Η Θεσσαλονίκη είναι χτισμένη στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου.
  2. η αγκαλιά, ο κόρφος, το μέρος του σώματος ανάμεσα στους βραχίονες και το στήθος Βικιλεξικό
  3. μεταφορικά: το εσωτερικό ενός οργανισμού, μιας ομάδας, το άμεσο περιβάλλον Βικιλεξικό
    • Η οικογένεια τον ξαναδέχτηκε στους κόλπους της.
    • Οι τάσεις εκμοντερνισμού και ευθυγράμμισης με την ευρωπαϊκή παιδεία της εποχής, που αναπτύσσονται στους κόλπους του φαναριωτισμού, δεν αισθάνονται να εκφράζονται πια μέσα από τη μονοκρατορία της κατεξοχήν έμμετρης μεταβυζαντινής γραμματολογίας μας, καθώς και μέσα από τις μορφολογικές επιβιώσεις που κυριαρχούν εν πολλοίς στο σύνολο ποιητικό έργο της εποχής αλλά και στα επιτεύγματα της κρητικής αναγέννησης.
    • Οἱ ἐκρήξεις φονταμενταλισμοῦ πού παρατηροῦνται στούς κόλπους διαφόρων θρησκειῶν ἀποτελοῦν ἔκφραση νοσηρῆς θρησκευτικότητος. Ὁ νηφάλιος διαθρησκειακός διάλογος συμβάλλει σημαντικά στήν προώθηση τῆς ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, τῆς ειρήνης καί τῆς καταλλαγῆς. (Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, 17 έως 26 Ιουνίου 2016)
  4. ανατομίαεσωτερική κοιλότητα του σώματος, κυρίως, της καρδιάς Βικιλεξικό
    • αριστερός κόλπος της καρδιάς
  5. γυναικολογίαη κοιλότητα των γυναικείων γεννητικών οργάνων, μεταξύ της μήτρας και του αιδοίου Βικιλεξικό
  6. εγκεφαλικό, αποπληξία, συμφόρηση Βικιλεξικό
  7. ταραχή από μεγάλη έκπληξη, ξάφνιασμα Βικιλεξικό
    • Του ήρθε κόλπος όταν άκουσε τα νέα.

Ετυμολογία

κόλπος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κόλπος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →