Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κόμη

/ˈko.mi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοτο σύνολο της τριχοφυΐας στο άνω ραχιαίο, άνω πλευρικό και οπίσθιο μέρος του ανθρώπινου κεφαλιού Βικιλεξικό
    • Διονύσιος Σολωμός, Ἡ καταστροφὴ τῶν Ψαρῶν Στῶν Ψαρῶν τὴν ὁλόμαυρη ράχη περπατώντας ἡ Δόξα μονάχη, μελετᾶ τὰ λαμπρὰ παλληκάρια, καὶ στὴν κόμη στεφάνη φορεῖ, καμωμένο ἀπὸ λίγα χορτάρια, ποὺ εἶχαν μείνει στὴν ἔρημη γῆ.
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, (1903) κεφάλαιο ΙΕ΄ @papadiamantis.org (ΙΕ στη Βικιθήκη)
  2. το φύλλωμα ενός δέντρου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κόμη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κόμη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκόμηκόμες
Γενικήκόμηςκομών
Αιτιατικήκόμηκόμες
Κλητικήκόμηκόμες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →