κόμη
•
- λόγιοτο σύνολο της τριχοφυΐας στο άνω ραχιαίο, άνω πλευρικό και οπίσθιο μέρος του ανθρώπινου κεφαλιού Βικιλεξικό
- Διονύσιος Σολωμός, Ἡ καταστροφὴ τῶν Ψαρῶν Στῶν Ψαρῶν τὴν ὁλόμαυρη ράχη περπατώντας ἡ Δόξα μονάχη, μελετᾶ τὰ λαμπρὰ παλληκάρια, καὶ στὴν κόμη στεφάνη φορεῖ, καμωμένο ἀπὸ λίγα χορτάρια, ποὺ εἶχαν μείνει στὴν ἔρημη γῆ.
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, (1903) κεφάλαιο ΙΕ΄ @papadiamantis.org (ΙΕ στη Βικιθήκη)
- το φύλλωμα ενός δέντρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κόμη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κόμη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κόμη | κόμες |
| Γενική | κόμης | κομών |
| Αιτιατική | κόμη | κόμες |
| Κλητική | κόμη | κόμες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →