Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαλλί

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το πλούσιο τρίχωμα ορισμένων ζώων όπως του προβάτου Βικιλεξικό
  2. φυσική ίνα από το τρίχωμα προβάτων που χρησιμοποιείται για την κατασκευή ρούχων Βικιλεξικό
  3. το σύνολο των τριχών του ανθρώπινου κεφαλιού (ισοδύναμο με τον πληθυντικό τα μαλλιά) Βικιλεξικό
    • αυτό το νέο σαμπουάν σού 'κανε ένα μαλλί ...
  4. αργκόλεφτά Βικιλεξικό
    • Θέλω να το αγοράσω. Πόσο πάει το μαλλί;
    • ειδικώς εννοούσε τα χρήματα: τα λεφτά, τα νομίσματα, τη μονέδα, τα όβολα, τους παράδες, τα γρόσια, τα άσπρα, τα πεκούνια· τα τάλιρα, τα φράγκα, τα μπικικίνια, τα ψιλά, το μαρούλι, το χαρτί, το μαλλί, το μπαγιόκο· τα καπίκια, τα μπακίρια, το καύσιμο, το μπερντέ, τα γκαφρά, για να κάνουμε μια κάθε άλλο παρά εξαντλητική καταγραφή διάφορων ονομασιών (Νίκος Σαραντάκος, Οι λέξεις του χρήματος και των νομισμάτων Ιατρικά θέματα 68, 2015, σελ. 31-34 https://isth.gr/wp-content/uploads/2021/06/isth68.pdf)

Ετυμολογία

μαλλί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαλλίν < μαλλίον, υποκοριστικό τού αρχαία ελληνική μαλλός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαλλίμαλλιά
Γενικήμαλλιούμαλλιών
Αιτιατικήμαλλίμαλλιά
Κλητικήμαλλίμαλλιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →