Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κόνξα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. καπρίτσιο, νούμερο, πείσμα Βικιλεξικό
    • μου κάνει κόνξες επειδή δεν την πήρα τηλέφωνο
  2. πράξη ή συμπεριφορά αντίδρασης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κόνξα < (άμεσο δάνειο) αγγλική conk, γ΄ ενικό: conks όπως χρησιμοποιείται και στην περίφραση conk out (παθαίνω βλάβη)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκόνξακόνξες
Γενικήκόνξας—
Αιτιατικήκόνξακόνξες
Κλητικήκόνξακόνξες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →