κόνξα
•
- καπρίτσιο, νούμερο, πείσμα Βικιλεξικό
- μου κάνει κόνξες επειδή δεν την πήρα τηλέφωνο
- πράξη ή συμπεριφορά αντίδρασης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κόνξα < (άμεσο δάνειο) αγγλική conk, γ΄ ενικό: conks όπως χρησιμοποιείται και στην περίφραση conk out (παθαίνω βλάβη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κόνξα | κόνξες |
| Γενική | κόνξας | — |
| Αιτιατική | κόνξα | κόνξες |
| Κλητική | κόνξα | κόνξες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →