Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κόρακας

/ˈko.ɾa.kas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πτηνόμαύρο σαρκοφάγο πουλί Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάμαύρος Βικιλεξικό
    • Κοράκου χρώμα τα μαλλιά κι ασπρίσανε (Διονύσης Σαββόπουλος, «Οι δεκαπέντε [Αμνηστεία '64]», 1975)

Ετυμολογία

κόρακας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κόρακας < αρχαία ελληνική κόραξ (ηχομιμητικό), από την αιτιατική «τὸν κόρακα»

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκόρακαςκοράκοι / κόρακες
Γενικήκόρακακοράκων
Αιτιατικήκόρακακοράκους / κόρακες
Κλητικήκόρακακοράκοι / κόρακες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →