κόφτης
•
- εργαλείο με δύο λαβές όπως του ψαλιδιού και δύο σιαγόνες που συναντώνται σχηματίζοντας κοφτερές ακμές. Υπάρχει σε διάφορα μεγέθη και χρησιμοποιείται για να κόβει μεταλλικά αντικείμενα, από σύρματα μέχρι λουκέτα. Βικιλεξικό
- επάγγελματεχνίτης που κόβει δέρματα ή υφάσματα ή άλλα υλικά Βικιλεξικό
- ο παίκτης που έχει ως αποστολή να «κόβει» (να ανακόπτει) επιθετικές ενέργειες του αντιπάλου Βικιλεξικό
- Οι φιλοξενούμενοι είχαν τον Ανέστη στο τέρμα, τους Αποστολάκη, Λάρσον, Κορνέλιους, Χατζηθεοδωρίδη στην άμυνα από δεξιά προς τα αριστερά, τον Μλάντεν «κόφτη», τους Ντίας, Ντουάρτε εσωτερικούς, τους Μόρσεϊ, Σενγκέλια στα άκρα και τον Καρέλη στην κορυφή της επίθεσης. (Πρώτο Θέμα, 10/9/2022 https://www.protothema.gr/sports/article/1282934/super-league-1-ofi-panaitolikos-1-2-diplo-pou-egine-sunitheia-deite-ta-gol/)
Ετυμολογία
κόφτης < (κόβω) κοπ- (όπως κόπτω) + -της με ανομοίωση άρθρωσης [pt] > [ft]
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κόφτης | κόφτες |
| Γενική | κόφτη | κοφτών |
| Αιτιατική | κόφτη | κόφτες |
| Κλητική | κόφτη | κόφτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →