κύλινδρος
•
- γεωμετρίαστερεό γεωμετρικό σώμα που αποτελείται από μια κυρτή επιφάνεια σε σχήμα σωλήνα και δύο ίσα και παράλληλα μεταξύ τους κυκλικά ή ελλειψοειδή επίπεδα που τέμνουν την κυρτή επιφάνεια Βικιλεξικό
- Ἔλασμα λεπτόν ἐκ ξύλου ὀξείας συνήθως, πλάτους ἕως 0,10 τοῦ μέτρου κάμπτεται εἰς κύλινδρον μέ περίμετρον ἕως 0,40 μ. Αὐτό εἶναι ὁ κόθρος. Εἰς τό ἕν ἄνοιγμα τοῦ κόθρου τούτου τανύεται δέρμα λεῖον διάτρητον μὲ ὀπάς, δι ̓ ὧν μόνον ἄλευρον δύναται νὰ διαπεράσῃ καὶ μικροὶ κόκκοι σίτου (Δημήτρης Λουκόπουλος, Αιτωλικαί οικίσεις, σκεύη και τροφαί, Λαογραφικόν Αρχείον, 1925, σελ. 93)
- (κατ’ επέκταση) η κυρτή επιφάνεια σε σχήμα σωλήνα του προηγούμενου σώματος
- (συνεκδοχικά) καθετί που μοιάζει με το προηγούμενο σώμα
- εξάρτημαοποιοδήποτε τμήμα μηχανής με σχήμα κυλίνδρου, μέσα στο οποίο ένα έμβολο εκτελεί παλινδρομική κίνηση. Βικιλεξικό
- αρχαία ελληνικάχειρόγραφο από πάπυρο τυλιγμένο γύρω από ένα κυλινδρικό ξύλο Βικιλεξικό
- ιατρικήμικρό σωματίδιο που βρίσκεται στα ούρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κύλινδρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κύλινδρος < κυλίνδω + -ρος : (μηχανολογικός όρος) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική cylindre : (ιατρικός όρος) < σύντμηση νεολατινική cylindruria
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κύλινδρος | κύλινδροι |
| Γενική | κυλίνδρου / κύλινδρου | κυλίνδρων |
| Αιτιατική | κύλινδρο | κυλίνδρους / κύλινδρους |
| Κλητική | κύλινδρε | κύλινδροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →