Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κύλινδρος

/ˈci.lin.ðɾos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γεωμετρίαστερεό γεωμετρικό σώμα που αποτελείται από μια κυρτή επιφάνεια σε σχήμα σωλήνα και δύο ίσα και παράλληλα μεταξύ τους κυκλικά ή ελλειψοειδή επίπεδα που τέμνουν την κυρτή επιφάνεια Βικιλεξικό
    • Ἔλασμα λεπτόν ἐκ ξύλου ὀξείας συνήθως, πλάτους ἕως 0,10 τοῦ μέτρου κάμπτεται εἰς κύλινδρον μέ περίμετρον ἕως 0,40 μ. Αὐτό εἶναι ὁ κόθρος. Εἰς τό ἕν ἄνοιγμα τοῦ κόθρου τούτου τανύεται δέρμα λεῖον διάτρητον μὲ ὀπάς, δι ̓ ὧν μόνον ἄλευρον δύναται νὰ διαπεράσῃ καὶ μικροὶ κόκκοι σίτου (Δημήτρης Λουκόπουλος, Αιτωλικαί οικίσεις, σκεύη και τροφαί, Λαογραφικόν Αρχείον, 1925, σελ. 93)
    • (κατ’ επέκταση) η κυρτή επιφάνεια σε σχήμα σωλήνα του προηγούμενου σώματος
    • (συνεκδοχικά) καθετί που μοιάζει με το προηγούμενο σώμα
  2. εξάρτημαοποιοδήποτε τμήμα μηχανής με σχήμα κυλίνδρου, μέσα στο οποίο ένα έμβολο εκτελεί παλινδρομική κίνηση. Βικιλεξικό
  3. αρχαία ελληνικάχειρόγραφο από πάπυρο τυλιγμένο γύρω από ένα κυλινδρικό ξύλο Βικιλεξικό
  4. ιατρικήμικρό σωματίδιο που βρίσκεται στα ούρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κύλινδρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κύλινδρος < κυλίνδω + -ρος : (μηχανολογικός όρος) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική cylindre : (ιατρικός όρος) < σύντμηση νεολατινική cylindruria

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκύλινδροςκύλινδροι
Γενικήκυλίνδρου / κύλινδρουκυλίνδρων
Αιτιατικήκύλινδροκυλίνδρους / κύλινδρους
Κλητικήκύλινδρεκύλινδροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →