κυλινδρώνω
•
- μορφοποιώ ένα αντικείμενο σε σχήμα κυλίνδρου Βικιλεξικό
- κυλίνδρωσα τη ζύμη για να γίνει ψωμί
- ασκώ πίεση στο έδαφος ή σε ένα άλλο αντικείμενο με βαρύ, περιστρεφόμενο κύλινδρο, ώστε να γίνει λείο και ομαλό Βικιλεξικό
- κυλινδρώνω το οδόστρωμα
Ετυμολογία
κυλινδρώνω < ελληνιστική κοινή κυλινδρόω / κυλινδρῶ < αρχαία ελληνική κύλινδρος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →