Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κύρης

/ˈci.ɾis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποο αρχηγός της οικογένειας, ο πατέρας ή ο σύζυγος· ο αφέντης Βικιλεξικό
    • Παράγγειλα του κύρη σου που ρίχνει παραγάδι | να 'ρθεί να κουβεντιάσουμε την Κυριακή το βράδυ. | Παράγγειλα της μάνας σου που μοιάζει με βαρέλι | να σε ποτίζει αφρόγαλο να σε ταΐζει μέλι
    • Ήταν τότε που ήταν κύρης τρανός, τότε που όλα τα Μαντεμοχώρια βγάζαν παρά με ουρά. (Ισίδωρος Ζουργός, Η αηδονόπιτα, εκδ. Πατάκη, 2008)

Ετυμολογία

κύρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κύρης < αρχαία ελληνική κύριος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκύρηςκύρηδες
Γενικήκύρηκύρηδων
Αιτιατικήκύρηκύρηδες
Κλητικήκύρηκύρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →