νοικοκύρης
•
- αυτός που έχει τη διαχείριση της οικονομικής μονάδας του οίκου Βικιλεξικό
- Σ' αυτό το σπίτι που 'ρθαμε, πέτρα να μην ραγίσει, κι ο νοικοκύρης του σπιτιού, χίλια χρόνια να ζήσει (Κάλαντα Χριστουγέννων)
- οικοδεσπότης, κύρης (ιδιωματικό)
- αυτός που φροντίζει για τις εργασίες και την καθημερινή επιμέλεια του οίκου νοικοκυρά Βικιλεξικό
- είναι πολύ νοικοκύρης· τακτοποιεί τα ρούχα του, τα συρτάρια του
- αυτός που αφοσιώνεται στην δουλειά για να φροντίσει την οικογένεια και το σπίτι του Βικιλεξικό
- ο γαμπρός μου είναι νοικοκύρης άνθρωπος· τίμιος κι εργατικός
- Βασίλη, κάτσε φρόνιμα, να γένεις νοικοκύρης (Κλέφτικο δημοτικό τραγούδι)
- άτομο ευκατάστατο που ανήκει στη μεσαία τάξη, που ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα της ζωής του χωρίς αλλαγές Βικιλεξικό
- άνοιξε ένα μπαρ στο δρόμο μας, και ανησύχησαν οι νοικοκυραίοι: «θα μαζευτεί εδώ κάθε καρυδιάς καρύδι», είπαν
- ιδιοκτήτης σπιτιού που το νοικιάζει Βικιλεξικό
- παρωχημένοο προύχοντας (ιδίως στον πληθυντικό νοικοκυραίοι) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νοικοκύρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική νοικοκύρης < οἰκοκύρης με ανάπτυξη του [n] από τη συνεκφορά με το άρθρο στην αιτιατική [ton iko - toniko - to niko] < οἰκοκύριος (αρχαία ελληνική < οἶκος + κύριος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νοικοκύρης | νοικοκυραίοι / νοικοκύρηδες |
| Γενική | νοικοκύρη | νοικοκυραίων / νοικοκύρηδων |
| Αιτιατική | νοικοκύρη | νοικοκυραίους / νοικοκύρηδες |
| Κλητική | νοικοκύρη | νοικοκυραίοι / νοικοκύρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →