κώλο
•
- γραμματικήτμήμα περιόδου με αυτοτελές νόημα· βρίσκεται ανάμεσα σε τελείες (άνω τελείες ή/και τελείες) Βικιλεξικό
- μετρικήτμήμα του στίχου που αποτελείται από δύο ή περισσότερους πόδες Βικιλεξικό
- ανατομίατμήμα του σώματος ανθρώπου ή ζώου· κυρίως τα άκρα Βικιλεξικό
- έκφραση: τινάζω τα κώλα, αφήνω τα κώλα (πεθαίνω)
- ναυτικός όροςμονόπλοκο σκοινί που μαζί άλλα συστρέφονται φτιάχνοντας ένα παχύτερο, πιο γερό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κώλο < κώλ(ον) + -ο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κῶλον
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →